γονεύς


γονεύς
ὁ γονεύς, ἐως ['родитель'] отец; мн. ч. родители

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "γονεύς" в других словарях:

  • γονεύς — begetter masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονεύς — ο βλ. γονιός …   Dictionary of Greek

  • γονῆα — γονεύς begetter masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονῆας — γονεύς begetter masc acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονῆε — γονεύς begetter masc nom/voc/acc dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονῆες — γονεύς begetter masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονῆος — γονεύς begetter masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονέες — γονεύς begetter masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονέοιν — γονεύς begetter masc gen/dat dual (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονέος — γονεύς begetter masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονήων — γονεύς begetter masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)